Νέα

Δυσαριθμησία

Η Ειδική Μαθησιακή Διαταραχή Μαθηματικών ή δυσαριθμησία ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών και προϋποθέτει την ύπαρξη απροσδόκητα χαμηλής επίδοσης σε διάφορους τομείς της μαθηματικής ικανότητας, όπως: την κατανόηση μαθηματικών εννοιών, την αναγνώριση αριθμητικών συμβόλων και την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων(Grigore, 2020 ∙ Παπαϊωάννου et al.,2010). Οι παραπάνω λειτουργίες θα πρέπει να εμφανίζονται ως σημαντικά γνωστικά ελλείμματα στο μαθησιακό προφίλ του παιδιού και χωρίς αιτιολογική σύνδεση με τη χρονολογική του ηλικία, το νοητικό του επίπεδο, τις τυχόν ελλείψεις στο εκπαιδευτικό πλαίσιο και το κοινωνικοοικονομικό του υπόβαθρο (Zygouris et al., 2017 ∙ Τσομπόλη, 2016).Το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας κατατάσσει τη δυσαριθμησία στις νευροαναπτυξιακές διαταραχές, δίνοντας έμφαση στα ελλείμματα σχετικά με την απομνημόνευση αριθμητικών δεδομένων και στην ικανότητα εκτέλεσης μαθηματικών υπολογισμών.

Η δυσαριθμησία κατηγοριοποιείται σε δύο τύπους ή μορφές: στην «αναπτυξιακή δυσαριθμησία» και στην «επίκτητη δυσαριθμησία». Κριτήριο κατάταξης των ατόμων στην μια ή την άλλη κατηγορία αποτελεί το χρονικό διάστημα εκδήλωσης της διαταραχής. Η αναπτυξιακή δυσαριθμησία αποτελεί μια εγγενή δυσκολία η οποία εμφανίζεται κατά την πρώιμη παιδική ηλικία και εκδηλώνεται ως ανεπάρκεια γνωστικής διαταραχής με γενετική βάση. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι τα γνωστικά ελλείμματα που παρουσιάζονται στην αναπτυξιακή δυσαριθμησία σχετίζονται με την κατάκτηση βασικών υπολογιστικών δεξιοτήτων από το παιδί και δε συνδέονται με χαμηλό νοητικό δυναμικό, ελλιπείς ευκαιρίες μόρφωσης ή με τη χρονολογική ηλικία (Μέττα & Σκορδιαλός, 2018 ∙ Soares et al, 2018 ∙ Szűcs & Goswami, 2013 ). Το γεγονός αυτό βέβαια δεν αποκλείει την επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων στην εξέλιξη ή τη διαγνωστική πορεία της διαταραχής ( Szűcs & Goswami, 2013). Η επίκτητη δυσαριθμησία πιθανόν εμφανίζεται έπειτα από εγκεφαλική βλάβη που έχει προκληθεί από ατύχημα ή ασθένεια στο άτομο (Μέττα & Σκορδιαλός, 2018).

Τα βασικά συμπτώματα της δυσαριθμησίας είναι:

  • Δυσκολίες στην διεξαγωγή των πράξεων της πρόσθεσης, της αφαίρεσης, του πολλαπλασιασμού και της διαίρεσης.
  • Πρόβλημα στο να αντιλαμβάνονται, να μαθαίνουν και να απομνημονεύουν τους κανόνες των μαθηματικών ή την ακολουθία πράξεων
  • Υπάρχει σύγχυσησε σχέση με τα μαθηματικά σύμβολα όπως: + και x, -, ÷ και =, < και > κ.λ.π..
  • Πρόβλημα στο να κατανοήσουν λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν ορισμένες μαθηματικές λειτουργίες όπως η «διαφορά» ή το «υπόλοιπο».
  • Τάση αντιστροφής ή μετάθεσης αριθμών, όπως π.χ να γράφουν 28αντί για 8
  • Δυσκολία στο να κατανοήσουν την ουσία εννοιών που έχουν σχέση με τον χρόνο. Μπορεί να αδυνατούν να μάθουν την ώρα.
  • Πρόβλημα στην εκμάθηση και απομνημόνευση της προπαίδειας.

Η σημασία της έγκαιρης αξιολόγησης – διάγνωσης έγκειται στον εντοπισμό του κεντρικού προβλήματος που ευθύνεται για την ύπαρξη της διαταραχής και στην αμεσότητα για την ανάληψη δράσης, με στόχο να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι αρνητικοί παράγοντες που επηρεάζουν την μαθησιακή ικανότητα του παιδιού. (Kaufmann & von Aster, 2012 ∙ Παπαϊωάννου συν., 2010).

Για τη διενέργεια της αξιολόγησης είναι απαραίτητη η χρήση τυποποιημένων διαδικασιών, με την μορφή χορηγούμενων ψυχομετρικών τεστ μέτρησης των αριθμητικών ικανοτήτων, κλιμάκων νοημοσύνης ή τεστ επίδοσης, προκειμένου να προσδιοριστούν οι παράγοντες που επηρεάζουν την μαθηματική ικανότητα του μαθητή, αλλά και να εντοπιστούν οι δυνατότητες και αδυναμίες του.